Ομολογώ πως, παρά το πρωινό της ώρας, με δυσκολία κατέφτασα στην είσοδο του νεκροταφείου. Η ομίχλη ήταν πιο έντονη από ποτέ και το μέρος ξεχώριζε από την ψηλή, σιδερένια και κλειδωμένη πόρτα. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και ήμουν η μοναδική επισκέπτρια του νεκροταφείου. Το ήξερα πως θα συμβεί αυτό, το προσδοκούσα άλλωστε. Αφού ήταν η μέρα μας· η μέρα που κάθε χρόνο λάμβανα την πρόσκλησή του. Η γιορτή μας. Ήταν σχεδιασμένο: από τις εικοσιτέσσερις του μηνός μέχρι και τις εικοσιπέντε, θα γιορτάζαμε παρέα, έστω, περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα.
Μόνο εκεί δεν θα μας έβλεπε κανείς.
Μόνο εκεί δεν είχαμε απαγορευτικό.
Το νεκροταφείο ήταν ένα ασφαλές μέρος.
Οι δίφυλλες πύλες ήταν γεμάτες από φύλλα κισσού, που τις αγκάλιαζαν από τη βάση ως και την κορυφή τους, σαν πολλαπλά, στριφογυριστά φίδια. Δεν έκανα καν την προσπάθεια να σπρώξω την καγκελωτή πόρτα, αφού ήξερα πως τέτοια μέρα παρέμενε κλειδωμένη. Όμως, λίγο πριν προλάβω να πατήσω πάνω στα περίτεχνα διάκενα για να σκαρφαλώσω, η πόρτα ξεκλείδωσε και άνοιξε από μόνη της. Ένα κρύο αεράκι χαστούκισε το πρόσωπό μου και εξαφανίστηκε.
Οι παλιοί μεντεσέδες έτριξαν και η ομίχλη φούντωσε περισσότερο κατά την άφιξή μου. Αυτή η λεπτομέρεια έμοιαζε με απόκοσμη υποδοχή.
Τα μικρά γοβάκια μου βούλιαξαν στα υγρά και ξεραμένα φύλλα. Σε άλλα σημεία ένιωθα εντονότερα τη χωμάτινη υγρασία και σε άλλα άκουγα το φρέσκο κρατς.
Το νεκροταφείο ήταν ξεχασμένο. Απομονωμένο. Φαίνεται πως κάτω από τούτες τις πλάκες βρίσκονταν ασήμαντα οστά. Αμαρτωλά οστά. Καταραμένα οστά. Η ιδέα αυτή δεν γνώριζα αν με ανατρίχιαζε ή… αν με γοήτευε.
Η παρουσία μου φαίνεται πως τάραξε τους μικρούς θαμώνες του κοιμητηρίου, αφού όπου κι αν πατούσα, μαύρα σκαθάρια-νεκροθάφτες ξετρύπωναν και έτρεχαν μακριά να κρυφτούν.
Χαμογέλασα και κατέβασα πιο κάτω το καπέλο που φορούσα, σαν από ντροπή για τις μνήμες που σιγά σιγά το μέρος μού ξυπνούσε. Εγώ και εκείνος, γυμνοί, όρθιοι, κρυμμένοι στα κυπαρίσσια, πίσω από το αγαλματίδιο του θλιμμένου αγγέλου, με τα κατεβασμένα του φτερά. Μοναδικοί μάρτυρες: οι νεκροί. Αναρωτιόμουν τι καινούργιο θα εφευρίσκαμε για σήμερα, γιατί ο καλός μου, ως λάτρης των πολυποίκιλων καταστάσεων, βαριόταν εύκολα. Το μόνο που ποτέ δεν θα άλλαζε την ιεροτελεστία ήταν το συγκεκριμένο μέρος.
Τα κόκκινα χείλη μου δαγκώθηκαν, όταν μια μαύρη σκιά πέρασε ξυστά μου. Το σώμα μου πάγωσε και στράφηκα ακαριαία στους θάμνους, εκεί που την εντόπισα να κρύβεται. Καθώς έσκυβα για να δω από κοντά τι συνέβαινε, τα κρόσσια του δαντελένιου μανικιού που φορούσα κόλλησαν στο δέρμα μου εξαιτίας της υγρής ατμόσφαιρας.
Και τότε το άκουσα.
Άκουσα να έρχεται από μακριά, λες και περνούσε από υπόγεια σήραγγα, η χαρακτηριστική μελωδία της παιδικής φωνής που θύμιζε νανούρισμα, σηματοδοτώντας τον ερχομό του.
Η σκιά πήρε μορφή και η μαύρη γάτα στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε κατάματα.
«Ψιτ! Γλυκιά μου, συγχώρεσέ με. Δε βαστώ κάτι για να φας».
Τα πράσινα μάτια της έγιναν λάγνα και αισθάνθηκα να έρχομαι αντιμέτωπη με ένα ισχυρό, ίσως παντοδύναμο θηλυκό και όχι με ένα αδέσποτο τετράποδο. Προσπάθησα να πάω κοντά της, εκείνη όμως πισωπάτησε και σήκωσε το βλέμμα της, το οποίο χρωματίστηκε με τις αποχρώσεις του φόβου.
Τώρα η ομίχλη επισκίασε τα πάντα. Τα μόνα που διαφαίνονταν ήταν οι κέλτικοι σταυροί με τις φιδογυριστές απολήξεις τους και τα κοράκια που στέκονταν πάνω τους. Το τοπίο θόλωσε ολοκληρωτικά και ο ουρανός καλύφθηκε από γκρίζα σύννεφα. Η μαύρη γάτα εξαφανίστηκε.
Το μελωδικό νανούρισμα πλησίαζε και η καρδιά μου βροντοχτυπούσε. Από τη χαρά που με συνέπαρε δεν μπορούσα να περπατήσω· έτρεμα από αγωνία να τον δω. Να τον αγγίξω ξανά.
Ο χρόνος πάγωσε. Σταμάτησαν τα πάντα. Ώσπου ένα σμήνος νυχτερίδων εμφανίστηκε από το πουθενά, κάνοντας ασταμάτητα κύκλους καταμεσής του κοιμητηρίου.
Τα φτερουγίσματα έσκιζαν τον αέρα και η ομίχλη σιγά σιγά άρχισε να υποχωρεί. Στο χώμα σχηματίζονταν πόδια, με τις φλέβες και τις αρτηρίες να έχουν διαπεράσει τη λεπτή στρώση του δέρματος και να πάλλονται. Πόδια νεκρά.
Όσο τα νυχτοπούλια ανέβαιναν, τόσο σχηματιζόταν το υπόλοιπο σώμα, το οποίο είχε την ίδια σύσταση με τα πόδια… Όταν το σχέδιο ολοκληρώθηκε, το σμήνος αποχώρησε βιαστικά και τώρα, λίγα μέτρα μακριά, με κοιτούσε ένα νεκρό κορίτσι.
Τα μάτια της είχαν το χρώμα του πάγου και οι αρθρώσεις των άκρων της ήταν σπασμένες. Τα νύχια της ήταν γυρτά, άχρωμα και μακριά, όπως και τα μαλλιά της. Από τα χείλη της έσταζε αίμα.
Χωρίς να ανοίξει διάπλατα το στόμα, συνέχισε να τραγουδά και ολοένα να με πλησιάζει. Ήταν μια άγνωστη συνθήκη για μένα, γιατί, αν και πάντα προηγούνταν η μελωδία της, ουδέποτε εμφανίστηκε μπροστά μου. Τις πρώτες στιγμές ένιωσα ενθουσιασμό, μια έξαψη για το άγνωστο. Αλλά τώρα ένιωθα μια αιωρούμενη απειλή για τη ζωή μου.
Ερχόταν κοντά μου και μπορούσα να διακρίνω το λεκιασμένο και τρύπιο σάβανο που φορούσε. Επιπλέον, ξεχώρισα τα σπασμένα καφετί δόντια της.
Το νανούρισμα σταμάτησε.
Μας χώριζε ένα μόνο εκατοστό.
Τα πόδια μου βυθίστηκαν στο χώμα, αφήνοντάς με ανήμπορη και ακίνητη.
Ένα κοράκι έκρωξε απρόσμενα στην ησυχία, βγάζοντάς με από τον λήθαργο. Από προσωπική εμπειρία, γνώριζα πως όταν εμφανιστεί μπροστά σου μια οντότητα, είσαι υποχρεωμένος να της μιλήσεις και να μάθεις τι αποζητά.
«Απαίσιο πλάσμα, πες μου τι σε βασανίζει!»
Είχα θυμώσει. Είχα θυμώσει που, προφανώς, μια ανήσυχη ψυχή μπλεκόταν στα όνειρά μου· αν ήθελα να φτάσω στον σκοπό μου, ήμουν αναγκασμένη να την πολεμήσω.
«Τι μου έκανες; Γιατί δεν μπορώ να κουνηθώ; Πες μου τι επιθυμείς και εγώ θα σε βοηθήσω. Όμως κάνε το γρήγορα!»
Το νεκρό κορίτσι άνοιξε το στόμα και άφησε έναν μακρόσυρτο βραχνό συριγμό. Τα μάτια της άσπρισαν περισσότερο και σήκωσε το χέρι της, δείχνοντάς με.
«TÚ»*
Μα τις χίλιες οδούς του Άδη, δεν ήμουν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο! Και όπως έτρεμε η ψυχή μου, άρχισε να σείεται η γη, όταν μαρμαρόπλακες, όλες ανεξαιρέτως, σύρθηκαν πιο πέρα και από μέσα τους ξεπετάχτηκαν γυμνά χέρια. Χέρια αποστεωμένα. Σηπτικά. Μελανιασμένα. Γλιστερά. Δείχνοντας εμένα.
Το ταρακούνημα ήταν δυνατό, με αποτέλεσμα ταφόπλακες να ραγίζουν και φύλλα να στροβιλίζονται στη μανία της ανελέητης θύελλας.
Συγκρατούσα με το ζόρι το καπέλο μου για να μην παρασυρθεί στη δίνη του ανέμου, όπως και το φουστάνι μου για να μη σηκωθεί ψηλά.
Ο νεκρός συρφετός υψωνόταν και το τοπίο σύντομα γέμισε με σαρκοβόρα μιάσματα, έτοιμα να μου χιμήξουν. Τα βαθουλώματα αντί των ματιών με κοιτούσαν σαν να με έβλεπαν. Οι στιλπνές τρίχες στα κεφάλια τους έδιναν την εντύπωση πως ακόμα τρέφονταν. Σουβλερά δόντια, σαν του σκύλου, έτοιμα να σε κατασπαράξουν και να σου κόψουν ολόκληρα κομμάτια δέρματος. Κουρέλια που για χρόνια φορούσαν δίχως την ύπαρξη ζωντανής μυρωδιάς. Τα παγωμένα άκρα τους… έρχονταν σε μένα.
Όμως τι ήθελαν; Τι τους είχα κάνει; Γιατί με μισούσαν τόσο πολύ;
Ίσως έβλεπα εφιάλτη. Σε λίγο θα ξυπνούσα.
Και ο δυνατός αέρας με λύγισε και έπεσα στις λάσπες, μη μπορώντας να ανοίξω ξανά τα μάτια μου. Η λύσσα του ήταν ανελέητη, θέριζε καθετί στο κοιμητήριο, λες και άνοιξαν οι πύλες της κολάσεως.
Ύστερα από ένα λεπτό η πραγματικότητα επέστρεψε και η θύελλα εξαφανίστηκε σαν να μη συνέβη ποτέ. Και πάλι από την αρχή. Η ομίχλη κατέπνιξε φιγούρες, αντικείμενα, φόντο. Ταυτόχρονα, τα πόδια μου επανήλθαν στην επιφάνεια και μπορούσα ξανά να κινηθώ.
Πισωπατούσα και ψηλαφούσα την καρδιά μου. Στα σίγουρα χρειαζόμουν ένα μικρό διάλειμμα για να ρυθμίσω τις ανάσες μου και να βρω την αντοχή να συνεχίσω. Αν δεν τους εξαφάνιζα, θα λεηλατούσαν την υπόλοιπη ζωή μου. Έπρεπε να τους τιμωρήσω.
Μια άρρωστη σκέψη φώλιασε ξαφνικά στον νου μου: αν όλο αυτό το μακάβριο θέατρο ήταν στημένο από εκείνον; Αν η πρόσκληση του Γκουστάβο είχε σκοπό να με παραδώσει στους νεκρούς; Η λατρεία που είχα για αυτόν τον άνθρωπο επισκιάστηκε από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Αν ήταν να πεθάνω, θα τον έπαιρνα μαζί μου.
«Καταραμένοι, θα σας καταστρέψω!»
Πέρασαν τα χέρια μου στις εσωτερικές στρώσεις του μεσοφοριού μου και έψαξα για την κρυμμένη κηροζίνη. Όταν εντόπισα το μεταλλικό δοχείο, το άδειασα στους κισσούς και τα ξερά δέντρα που αγκάλιαζαν το νεκροταφείο. Έπειτα αποχωρίστηκα το σάλι μου και το πρόσθεσα και αυτό, ώστε να αρπάξει γρηγορότερα η φωτιά από τη στιγμή που θα άναβα το σπίρτο.
«Γκουστάβο; Πού είσαι, αγάπη μου; Είναι ώρα να φεύγουμε από εδώ», ούρλιαξα μες στην καταχνιά, ελπίζοντας να τον προλάβω και να μη διαλύσω το τελευταίο κομμάτι που μας ένωνε.
«Γκουστάβο, θα σε κάψω και σένα αν δεν προλάβεις να φανείς».
Δεν έλαβα καμία ανταπόκριση και έβαλα μπρος το σχέδιό μου. Υπήρχε μια πιθανότητα εκείνος να ήταν ο υπαίτιος αυτής της τρέλας και η πρόσκλησή του να ήταν ένας παραπλανητικός θάνατος. Μπορεί να μην του έφτανα πια εγώ, να ήμουν περιττή. Θα τον έκαιγα λοιπόν, πριν με κάψει εκείνος.
Η φωτιά, όπως υπολόγισα, άρπαξε και φούντωσε γρήγορα. Έβγαλα τις γόβες, σήκωσα το μακρύ φουστάνι μου και άρχισα να τρέχω προς την έξοδο του νεκροταφείου. Όταν έφτασα, η πόρτα έκλεισε με τρομερή δύναμη και ακούστηκε ο ήχος της κλειδαριάς.
«Όχι, δεν θα σας περάσει, απαίσια τέρατα! Εγώ θα σας εξολοθρεύσω, όχι εσείς εμένα. Τέλος τα αστεία. Αρκετά βασανίσατε την καθημερινότητά μου».
Οι γόβες κατέληξαν στον λάκκο κι εγώ βρέθηκα μπλεγμένη στα σκουριασμένα κάγκελα. Η φωτιά προχωρούσε, μαζί και η αγωνία μου. Λίγο ακόμα και θα τους ξέφευγα μια για πάντα.
Πριν περάσω στην αντίθετη πλευρά, οι οδοντωτές κορυφές καρφώθηκαν στους γλουτούς μου· ένιωσα τα ξένα σώματα να τρυπούν και να σκίζουν κάθε ιστό και μεμβράνη που συνάντησαν στο διάβα τους.
Η αιμορραγία ήταν ακατάσχετη. Ο πόνος αβάσταχτος. Ήταν σαν να ακρωτηριάστηκε το πόδι μου, αφού τα νεύρα μούδιασαν και μετά βίας μπορούσα να το κουνήσω.
Η φωτιά πλησίαζε. Και εκεί που νόμιζα πως ήμουν εντελώς χαμένη, εμφανίστηκε. Ο Γκουστάβο, μέσα από την πύρινη κόλαση, φλογερός Θεός, περνούσε μέσα από το καυτερό ποτάμι με το ψηλό, εύρωστο κορμί του. Μια κατάμαυρη φιγούρα που γρήγορα πήρε ζωή.
«Πιάσε μου το χέρι», με πρόσταξε κι εγώ χάθηκα στα μαύρα του τα μάτια και το χιονισμένο δέρμα του. Το ίδιο όμορφος. Αρρενωπός. Αγέρωχος.
«Ήρθες».
«Πάντα θα έρχομαι. Είχαμε ραντεβού, το ξέχασες;»
«Άργησες».
«Μόνο μια φορά καθυστέρησα να επιστρέψω και από τότε δεν το ξαναέκανα. Θυμάσαι, ομορφιά μου; Μόνο μια φορά».
«Ας μη χάνουμε χρόνο. Σε λίγο αυτό το καταραμένο μέρος θα γίνει στάχτη. Πάμε».
Κατέβασε το χέρι του και το έβαλε στην τσέπη. Μειδίασε και τα χείλη του μου θύμισαν την κόψη του ξυραφιού.
«Πού θα πας, κορίτσι μου; Εδώ είναι το σπίτι σου».
«Τι είναι αυτά που λες, Γκουστάβο; Το σπίτι μου είναι στην άλλη άκρη! Εδώ έρχομαι μόνο την Παραμονή των Χριστουγέννων για να σε συναντήσω! Μόνο για σένα έρχομαι…»
«Πράγματι. Μόνο την Παραμονή Χριστουγέννων βγαίνεις από το δωμάτιο. Γιατί το κοιμητήριο όπου τώρα βρίσκεσαι, στην πραγματικότητα είναι η αυλή του σπιτιού μας, αγάπη μου. Εδώ που μας έκαψες ζωντανούς, εμένα και την κόρη μας, επειδή δεν έφτασα εγκαίρως. Θυμάσαι;»
Πίσω από τον Γκουστάβο δρασκέλιζε εκείνη. Ήταν η κόρη μας. Το νανούρισμα ξεκίνησε ξανά.
Στάθηκε δίπλα στον πατέρα της. Χαμογέλασε. Αν και η μορφή της ήταν διαφορετική από τη δική του, έμοιαζαν.
«Μαμά, υπάρχει χρόνος. Προλαβαίνεις να συγχωρέσεις, αρκεί να μη μας εγκαταλείψεις, μένοντας εδώ, μαζί μας, κερδίζοντας την αιωνιότητα».
Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του πατέρα της. Κρατιούνταν από το χέρι με τόση αγάπη και στοργή, που το αίσθημα της ζήλιας επανήλθε στα στήθη μου, όπως κάποτε. Τότε που τους έβλεπα να τη χαϊδεύει για να κοιμηθεί. Τότε που της σκούπιζε τα δάκρυα όταν λυπόταν. Τότε που τα έβαλε με θεούς και με δαιμόνια προκειμένου να βρεθεί το χαμένο μενταγιόν της. Από τότε που ήρθε στον κόσμο αυτό το παιδί, πήρα δευτερεύοντα ρόλο. Άρχισα να μην υπάρχω. Ούτε ως σύζυγος ούτε ως μητέρα. Δε με είχαν ανάγκη, με σκότωσαν.
«Και αν φύγω; Τι θα συμβεί; Δε θα ζήσω;»
«Φυσικά. Θα ζήσεις. Αλλά πάντα θα επιστρέφεις εδώ την Παραμονή Χριστουγέννων. Ζωντανή νεκρή. Χωρίς την αποδοχή μας. Σου προσφέρουμε μια τελευταία ευκαιρία συγχώρεσης για το κακό που μας προξένησες. Αλήθεια, δεν το μετάνιωσες ποτέ;»
Βλέποντας τα συνδεδεμένα βλέμματά τους και σκεπτόμενη τις απολαύσεις της αληθινής ζωής, δεν χρειάστηκε να το πολυσκεφτώ· έκανα ένα σάλτο και βρέθηκα έξω από την πύλη. Είχα σωθεί. Τραυματισμένη αλλά όχι νικημένη.
Τρέχω.
Τρέχω.
Τρέχω.
Όσο κι αν πονάω, τρέχω και φτάνω στο μουχλιασμένο μου σπίτι. Ώσπου να με πάρει ο ύπνος, έχω πιστέψει ότι σώθηκα. Ότι όλα κάηκαν και αποτελούν πλέον παρελθόν. Αλλά την επόμενη μέρα που ξυπνάω, το ημερολόγιο δείχνει 24/12. Όπως και τη μεθεπόμενη.
Κάθε μέρα το ημερολόγιο δείχνει Παραμονή Χριστουγέννων. Κάθε μέρα λαμβάνω την ίδια πρόσκληση.
Όταν πια δεν αντέχω, παραιτούμαι και δεν επισκέπτομαι ξανά το κοιμητήριο, παρά τις συνεχόμενες προσκλήσεις του άντρα μου.
«Καληνύχτα, μανούλα».
Ψιθυρίζει χαμογελαστά η κόρη μας και σέρνει την ταφόπλακα να ξεκουραστώ.
*εσέναΤΕΛΟΣ
Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το πρώτο γοτθικό διήγημα που έγραψα! 🙏🦇 Ξέρετε, ήμουν τόσο ενθουσιασμένη με την ολοκλήρωσή του, που δεν έβλεπα την ώρα να το μοιραστώ μαζί σας. 😌 Αυτό το κείμενο ξεκίνησε σαν εξάσκηση και κατέληξα να το μοιράζομαι μαζί σας, διότι το λάτρεψα! Θέλω να πιστεύω πως είναι μια αρχή για όσα έπονται...
Μαρία Τσαβαλά
*Το κείμενο δεν έχει υποστεί επαγγελματική επιμέλεια.
*Το διήγημα αυτό αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της δημιουργού και κάθε αντιγραφή ή χρήση χωρίς την άδειά της απαγορεύεται ρητά.

Ήταν οτι καλυτερο διάβασα μετά από πάρα πολύ καιρό!!!!! Πάμε κ γι'αλλα του είδους!!!! Ήταν τρομερό να τα κάνω όλα εικόνα καθώς τα διάβαζα!!!! Και ναι σου πάει τόσο πολύ αυτό το είδος!!!! *Ειρήνη 😉
ΑπάντησηΔιαγραφήΕίναι τιμητικό να μου γράφει τέτοιο σχόλιο, μια γκόθικ αναγνώστρια 🤭😌 σε ευχαριστώ που πιστεύεις σε μένα … μου είναι πολύ οικεία αυτή η ατμόσφαιρα, που και εγώ αναρωτιέμαι γιατί δεν καταπιάστηκα νωρίτερα με το είδος ;
Διαγραφή🙂💪🏻🔥🙏
Φαίνεται πόσο οικείο είναι για σένα να γράφεις γκόθικ... Μπράβο!!!! Υπέροχο!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ πάρα πολύ, Έλενά μου ✨🙂 Το όνειρό μου είναι να γράψω ένα μυθιστόρημα !!
ΔιαγραφήΜπράβο Μαρία! Πολύ ενδιαφέρον και συναρπαστικό! Χαίρομαι που όσα διάβασες από το είδος σε ενέπνευσαν με τόσο δημιουργικό τρόπο 🖤
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ για το υπέροχο σχόλιο… Να ξέρεις ότι κάποτε μου είπες κάτι και με βοήθησε πολύ. Θα σου το πω σε μήνυμα ! ❤️❤️
ΔιαγραφήΕξαιρετικά προσεγμένο, ειδικά από τη μέση κι έπειτα... Το λεξιλόγιο λεπτεπίλεπτο, διαλεχτό, ο τρόπος γραφής φοβερά εξελιγμένος... Μπράβο, Μαρία μας ✨️🖤✨️ ~Μάνα Βασίλω
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ λέξη εξέλιξη είναι η μόνη που μπορεί να με συγκινήσει τόσο πολύ 🥹 μόνο εμείς ξέρουμε πόσο μελέτη κάνουμε σε ό,τι αγαπάμε … σε ευχαριστώ αγαπημένο μου πλάσμα ❤️
ΔιαγραφήΚορίτσι μου!!! Δεν έχω λόγια, το διάβασα με μια ανάσα, όλα έγιναν εικόνες στο μυαλό μου!!! Πιστεύω ότι είσαι γεννημένη για αυτό! Ανυπομονώ και για άλλες τέτοιες ιστορίες!!!! Καρολίνα ❤️
ΑπάντησηΔιαγραφήΚάθε φορά που διαβάζω και γράφω γοτθικό , σε έχω στο μυαλό μου … και δεν είναι τυχαίο αυτό 🙏
ΔιαγραφήΜαρία μου, ήταν το κάτι άλλο! Το διάβασα χθες βράδυ και με μετέφερε κάπου αλλού, εκεί στο ζοφερό σου κοιμητήριο. Η ατμόσφαιρα όπως της πρέπει, η ιστορία εξαιρετική, ανυπομονώ και γι' άλλα του είδους, το χεις!
ΑπάντησηΔιαγραφήΤι ευχάριστη έκπληξη που ήρθες από τα μέρη μας 🤭❤️ σε ευχαριστώ τόσο πολύ !!! Επιτέλους, ένας άνθρωπος που το διάβασε την ώρα που έπρεπε χαχαχα. Περιμένω και κάτι δικό σου. Σε πιστεύω 🔥✨
ΔιαγραφήΟυάου! Για ακόμη μία φορά, η πένα σου μεγαλουργεί, φίλη μου! Είμαι πραγματικά περήφανη για σένα και για την εξέλιξή σου. Εξαιρετικό διήγημα! Το γοτθικό ύφος σου ταιριάζει απόλυτα. Ανυπομονούμε να διαβάσουμε πολλά περισσότερα! ❤️
ΑπάντησηΔιαγραφή- Dark Kate
Κατερίνα, σε ευχαριστώ πάρα πάρα πολύ … είσαι από τα άτομα που με ακολουθείς και σε ακολουθώ από τα ξεκινήματα μας στη συγγραφή . Σαγαπω ❤️
Διαγραφή