«ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ» Ομολογώ πως, παρά το πρωινό της ώρας, με δυσκολία κατέφτασα στην είσοδο του νεκροταφείου. Η ομίχλη ήταν πιο έντονη από ποτέ και το μέρος ξεχώριζε από την ψηλή, σιδερένια και κλειδωμένη πόρτα. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και ήμουν η μοναδική επισκέπτρια του νεκροταφείου. Το ήξερα πως θα συμβεί αυτό, το προσδοκούσα άλλωστε. Αφού ήταν η μέρα μας· η μέρα που κάθε χρόνο λάμβανα την πρόσκλησή του. Η γιορτή μας. Ήταν σχεδιασμένο: από τις εικοσιτέσσερις του μηνός μέχρι και τις εικοσιπέντε, θα γιορτάζαμε παρέα, έστω, περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα. Μόνο εκεί δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μόνο εκεί δεν είχαμε απαγορευτικό. Το νεκροταφείο ήταν ένα ασφαλές μέρος. Οι δίφυλλες πύλες ήταν γεμάτες από φύλλα κισσού, που τις αγκάλιαζαν από τη βάση ως και την κορυφή τους, σαν πολλαπλά, στριφογυριστά φίδια. Δεν έκανα καν την προσπάθεια να σπρώξω την καγκελωτή πόρτα, αφού ήξερα πως τέτοια μέρα παρέμενε κλειδωμένη. Όμως, λίγο πριν προλάβω να πατήσω πάνω στα περίτεχνα διάκενα για ...